οικοπεδοφάγος
•
- μειωτικόπου καταπατά ξένα οικόπεδα ή γενικότερα γη που δεν του ανήκει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικοπεδοφάγος < οικόπεδ(ο) + -ο- + -φάγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικοπεδοφάγος | οικοπεδοφάγοι |
| Γενική | οικοπεδοφάγου | οικοπεδοφάγων |
| Αιτιατική | οικοπεδοφάγο | οικοπεδοφάγους |
| Κλητική | οικοπεδοφάγε | οικοπεδοφάγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →