οικοτοξικολογία
•
- οικολογίαη μελέτη των επιδράσεων των τοξικών χημικών ουσιών σε οικοσυστήματα με διεπιστημονικό τρόπο (οικολογία, τοξικολογία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικοτοξικολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ecotoxicology + -ία < αρχαία ελληνική οἶκος + τόξον + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικοτοξικολογία | οικοτοξικολογίες |
| Γενική | οικοτοξικολογίας | οικοτοξικολογιών |
| Αιτιατική | οικοτοξικολογία | οικοτοξικολογίες |
| Κλητική | οικοτοξικολογία | οικοτοξικολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →