Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικτίρμων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοφιλεύσπλαχνος, ελεήμων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικτίρμων < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικτίρμονας / οικτίρμωνοικτίρμωνοικτίρμον
Γενικήοικτίρμονα / οικτίρμονοςοικτίρμονοςοικτίρμονος
Αιτιατικήοικτίρμοναοικτίρμοναοικτίρμον
Κλητικήοικτίρμονα / οικτίρμωνοικτίρμωνοικτίρμον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικτίρμονεςοικτίρμονεςοικτίρμονα
Γενικήοικτιρμόνωνοικτιρμόνωνοικτιρμόνων
Αιτιατικήοικτίρμονεςοικτίρμονεςοικτίρμονα
Κλητικήοικτίρμονεςοικτίρμονεςοικτίρμονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →