Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικτίρω

ρήμα
•
  1. λόγιολυπάμαι κάποιον, αισθάνομαι οίκτο Βικιλεξικό
    • Ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιὼ ᾤκτειρε τὰς στερήσεις τῆς γραίας καὶ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἀλλὰ μήπως ἦτο καὶ αὐτὴ πλουσία, διὰ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς καὶ παρήγορος; (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Σταχομαζώχτρα)
  2. λόγιοαισθάνομαι λύπη ανάμικτη με περιφρόνηση, θεωρώ κάποιον αξιολύπητο Βικιλεξικό
    • ....ενώ όταν ακούω άλλα θέματα συζητήσης, που είναι και συνήθη σε εσάς τους πλούσιους και όσους καταγίνονται με τα χρηματικά, και εγώ στενοχωριέμαι και σας τους φίλους μου οικτείρω, γιατί νομίζετε ότι κάτι κάνετε χωρίς να κάνετε τίποτε (Πλάτων, Συμπόσιο)
  3. λόγιοπεριφρονώ, θεωρώ κάτι άτοπο και κακό, το/τον στιγματίζω Βικιλεξικό
    • Ο Αλογοσκούφης οικτίρει τον λαϊκισμό και εμμένει στην πολιτική του (εφημ. "Το Βήμα", 1/8/2010)
  4. μέσο (οικτίρομαι, με οικτίρουν και αυτοπαθές αυτοοικτίρομαι) νιώθουν για εμένα λύπηση ως προς κατώτερο ή και περιφρόνηση Βικιλεξικό
    • Την ίδια βέβαια ώρα οι πλείστοι των Ελλήνων οικτίρονται για την κακοποίηση της ελπίδας του έθνους μας (εφημ. "Παρόν", 14/12/2008)

Ετυμολογία

οικτίρω < αρχαία ελληνική οἰκτίρω / οἰκτείρω < οἶκτος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →