ολάνθιστος
•
- επιτατικό επίθετοπου είναι τελείως ανθισμένος, γεμάτος λουλούδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολάνθιστος < ολ- + (ανθίζω) ανθισ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολάνθιστος | ολάνθιστη | ολάνθιστο |
| Γενική | ολάνθιστου | ολάνθιστης | ολάνθιστου |
| Αιτιατική | ολάνθιστο | ολάνθιστη | ολάνθιστο |
| Κλητική | ολάνθιστε | ολάνθιστη | ολάνθιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολάνθιστοι | ολάνθιστες | ολάνθιστα |
| Γενική | ολάνθιστων | ολάνθιστων | ολάνθιστων |
| Αιτιατική | ολάνθιστους | ολάνθιστες | ολάνθιστα |
| Κλητική | ολάνθιστοι | ολάνθιστες | ολάνθιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →