Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολάνθιστος

/oˈlan.θi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετοπου είναι τελείως ανθισμένος, γεμάτος λουλούδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολάνθιστος < ολ- + (ανθίζω) ανθισ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολάνθιστοςολάνθιστηολάνθιστο
Γενικήολάνθιστουολάνθιστηςολάνθιστου
Αιτιατικήολάνθιστοολάνθιστηολάνθιστο
Κλητικήολάνθιστεολάνθιστηολάνθιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολάνθιστοιολάνθιστεςολάνθιστα
Γενικήολάνθιστωνολάνθιστωνολάνθιστων
Αιτιατικήολάνθιστουςολάνθιστεςολάνθιστα
Κλητικήολάνθιστοιολάνθιστεςολάνθιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →