ολοκληρωτικός
•
- που αφορά κάτι στο σύνολό του Βικιλεξικό
- ολοκληρωτικός πόλεμος
- που χαρακτηρίζεται από ολοκληρωτισμό Βικιλεξικό
- ολοκληρωτικό καθεστώς
Ετυμολογία
ολοκληρωτικός < ολοκληρώ(νω) + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική total :* που σχετίζεται με ολοκληρωτισμό < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική totalitaire :* μαθηματικός όρος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική calcul intégral, αντί του ολοκληρωματικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοκληρωτικός | ολοκληρωτική | ολοκληρωτικό |
| Γενική | ολοκληρωτικού | ολοκληρωτικής | ολοκληρωτικού |
| Αιτιατική | ολοκληρωτικό | ολοκληρωτική | ολοκληρωτικό |
| Κλητική | ολοκληρωτικέ | ολοκληρωτική | ολοκληρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοκληρωτικοί | ολοκληρωτικές | ολοκληρωτικά |
| Γενική | ολοκληρωτικών | ολοκληρωτικών | ολοκληρωτικών |
| Αιτιατική | ολοκληρωτικούς | ολοκληρωτικές | ολοκληρωτικά |
| Κλητική | ολοκληρωτικοί | ολοκληρωτικές | ολοκληρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →