ολοκληρωτισμός
•
- πολιτικήπολιτικό καθεστώς με υπερβολικά ενισχυμένη την εκτελεστική εξουσία, που δρα στυγνά, ακυρώνει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, η ατομική βούληση μαζοποιείται και καταργείται η θεμελιώδης ελευθερία. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολοκληρωτισμός < ολοκληρωτικός + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική totalitarianism)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοκληρωτισμός | ολοκληρωτισμοί |
| Γενική | ολοκληρωτισμού | ολοκληρωτισμών |
| Αιτιατική | ολοκληρωτισμό | ολοκληρωτισμούς |
| Κλητική | ολοκληρωτισμέ | ολοκληρωτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →