ολωνυμία
•
- γλωσσολογίαη σημασιολογική σχέση δύο λεξημάτων που το ένα είναι όλον και το άλλο μέρος (τμήμα) του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολωνυμία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική holonymy < αρχαία ελληνική ὅλος + ὄνομα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολωνυμία | ολωνυμίες |
| Γενική | ολωνυμίας | ολωνυμιών |
| Αιτιατική | ολωνυμία | ολωνυμίες |
| Κλητική | ολωνυμία | ολωνυμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →