Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομαδοποιώ

ρήμα
•
  1. δημιουργώ ομάδες και εντάσσω μέλη σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομαδοποιώ < ομάδα + -ο- + ποιώ ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) grouper)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςομαδοποιώομαδοποιείςομαδοποιείομαδοποιούμεομαδοποιείτεομαδοποιούν / ομαδοποιούνε
Παρατατικόςομαδοποιούσαομαδοποιούσεςομαδοποιούσεομαδοποιούσαμεομαδοποιούσατεομαδοποιούσαν / ομαδοποιούσανε
Αόριστοςομαδοποίησαομαδοποίησεςομαδοποίησεομαδοποιήσαμεομαδοποιήσατεομαδοποίησαν / ομαδοποιήσαν / ομαδοποιήσανε
Μέλλονταςθα ομαδοποιήσω / θα ομαδοποιώθα ομαδοποιήσεις / θα ομαδοποιείςθα ομαδοποιήσει / θα ομαδοποιείθα ομαδοποιήσουμε / θα ομαδοποιούμεθα ομαδοποιήσετε / θα ομαδοποιείτεθα ομαδοποιήσουν / θα ομαδοποιήσουνε / θα ομαδοποιούν / θα ομαδοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ομαδοποιήσειέχεις ομαδοποιήσειέχει ομαδοποιήσειέχουμε ομαδοποιήσειέχετε ομαδοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ομαδοποιήσειείχες ομαδοποιήσειείχε ομαδοποιήσειείχαμε ομαδοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ομαδοποιήσει / να ομαδοποιήσω / να ομαδοποιώνα έχεις ομαδοποιήσει / να ομαδοποιήσεις / να ομαδοποιείςνα έχει ομαδοποιήσει / να ομαδοποιήσει / να ομαδοποιείνα έχουμε ομαδοποιήσει / να ομαδοποιήσουμε / να ομαδοποιούμενα έχετε ομαδοποιήσει / να ομαδοποιήσετε / να ομαδοποιείτενα ομαδοποιήσουν / να ομαδοποιήσουνε / να ομαδοποιούν / να ομαδοποιούνε
Προστακτική—ομαδοποίει / ομαδοποίησε——ομαδοποιήστε / ομαδοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →