ομιλία
•
- ο προφορικός λόγος, η πραγμάτωση της γλωσσικής ικανότητας με την εκφορά των φθόγγων που συγκροτούν λέξεις και προτάσεις, ηχόλογος, λόγος εκφερόμενος προφορικά ως ηχητικό ερέθισμα για τον ακροατή και θεατή Βικιλεξικό
- ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται προφορικά ένα άτομο Βικιλεξικό
- κείμενο που εκφωνείται προφορικά σε δημόσιες συγκεντρώσεις (πολιτικές, θρησκευτικές, επιστημονικές, εθνικές εορτές κλπ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομιλία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁμιλία (διάλεξη, αρχαία σημασία: συναναστροφή) < ὅμιλος < ὁμοῦ + -ιλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομιλία | ομιλίες |
| Γενική | ομιλίας | ομιλιών |
| Αιτιατική | ομιλία | ομιλίες |
| Κλητική | ομιλία | ομιλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →