ομογένεια
•
- το να είναι κάποιος ομογενής, η ιδιότητα του ομογενούς Βικιλεξικό
- οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού που έχουν ελληνική καταγωγή Βικιλεξικό
- «Πλάτη» για τη στήριξη της Ελλάδας στον κρίσιμο τομέα του τουρισμού βάζει η ομογένεια σε Αμερική, Αυστραλία, Καναδά και Ευρώπη, με μια δίμηνη καμπάνια η οποία προτρέπει τα επτά εκατομμύρια συμπατριωτών μας να κάνουν φέτος διακοπές στη χώρα μας μαζί με τους φίλους τους. (*)
Ετυμολογία
ομογένεια < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὁμογενής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομογένεια | ομογένειες |
| Γενική | ομογένειας | ομογενειών |
| Αιτιατική | ομογένεια | ομογένειες |
| Κλητική | ομογένεια | ομογένειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →