Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομογενής

/o.mo.ʝeˈnis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. Έλληνας ή Ελληνίδα που έχει εγκατασταθεί για πολλά χρόνια ή έχει γεννηθεί στο εξωτερικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομογενής < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό ομογενής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήομογενής / ομογενής / ομογενέςομογενείς / ομογενείς / ομογενή
Γενικήομογενούς / ομογενούς / ομογενούςομογενών / ομογενών / ομογενών
Αιτιατικήομογενή / ομογενή / ομογενέςομογενείς / ομογενείς / ομογενή
Κλητικήομογενής / ομογενή / ομογενής / ομογενέςομογενείς / ομογενείς / ομογενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ομογενής

/o.mo.ʝeˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κατάγεται από το ίδιο γένος με άλλους, που ανήκει στην ίδια εθνότητα με άλλους Βικιλεξικό
  2. που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
  3. φυσικήηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού Βικιλεξικό
  4. χημείαμείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομογενής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμογενής < ὁμοῦ + γένος : (χημική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική homogène < μεσαιωνική λατινική homogenus < αρχαία ελληνική ὁμογενής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομογενήςομογενήςομογενές
Γενικήομογενούςομογενούςομογενούς
Αιτιατικήομογενήομογενήομογενές
Κλητικήομογενή / ομογενήςομογενήςομογενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομογενείςομογενείςομογενή
Γενικήομογενώνομογενώνομογενών
Αιτιατικήομογενείςομογενείςομογενή
Κλητικήομογενείςομογενείςομογενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →