ομογενής
•
- Έλληνας ή Ελληνίδα που έχει εγκατασταθεί για πολλά χρόνια ή έχει γεννηθεί στο εξωτερικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομογενής < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό ομογενής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομογενής / ομογενής / ομογενές | ομογενείς / ομογενείς / ομογενή |
| Γενική | ομογενούς / ομογενούς / ομογενούς | ομογενών / ομογενών / ομογενών |
| Αιτιατική | ομογενή / ομογενή / ομογενές | ομογενείς / ομογενείς / ομογενή |
| Κλητική | ομογενής / ομογενή / ομογενής / ομογενές | ομογενείς / ομογενείς / ομογενή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →