ομογενειακός
•
- που έχει σχέση με την ομογένεια, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομογενειακός < ομογένεια + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομογενειακός | ομογενειακή | ομογενειακό |
| Γενική | ομογενειακού | ομογενειακής | ομογενειακού |
| Αιτιατική | ομογενειακό | ομογενειακή | ομογενειακό |
| Κλητική | ομογενειακέ | ομογενειακή | ομογενειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομογενειακοί | ομογενειακές | ομογενειακά |
| Γενική | ομογενειακών | ομογενειακών | ομογενειακών |
| Αιτιατική | ομογενειακούς | ομογενειακές | ομογενειακά |
| Κλητική | ομογενειακοί | ομογενειακές | ομογενειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →