Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομογενοποιώ

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι ομογενές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομογενοποιώ < ομογενής -ο- + ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική homogénéiser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςομογενοποιώομογενοποιείςομογενοποιείομογενοποιούμεομογενοποιείτεομογενοποιούν / ομογενοποιούνε
Παρατατικόςομογενοποιούσαομογενοποιούσεςομογενοποιούσεομογενοποιούσαμεομογενοποιούσατεομογενοποιούσαν / ομογενοποιούσανε
Αόριστοςομογενοποίησαομογενοποίησεςομογενοποίησεομογενοποιήσαμεομογενοποιήσατεομογενοποίησαν / ομογενοποιήσαν / ομογενοποιήσανε
Μέλλονταςθα ομογενοποιήσω / θα ομογενοποιώθα ομογενοποιήσεις / θα ομογενοποιείςθα ομογενοποιήσει / θα ομογενοποιείθα ομογενοποιήσουμε / θα ομογενοποιούμεθα ομογενοποιήσετε / θα ομογενοποιείτεθα ομογενοποιήσουν / θα ομογενοποιήσουνε / θα ομογενοποιούν / θα ομογενοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ομογενοποιήσειέχεις ομογενοποιήσειέχει ομογενοποιήσειέχουμε ομογενοποιήσειέχετε ομογενοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ομογενοποιήσειείχες ομογενοποιήσειείχε ομογενοποιήσειείχαμε ομογενοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσω / να ομογενοποιώνα έχεις ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσεις / να ομογενοποιείςνα έχει ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσει / να ομογενοποιείνα έχουμε ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσουμε / να ομογενοποιούμενα έχετε ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσετε / να ομογενοποιείτενα ομογενοποιήσουν / να ομογενοποιήσουνε / να ομογενοποιούν / να ομογενοποιούνε
Προστακτική—ομογενοποίει / ομογενοποίησε——ομογενοποιήστε / ομογενοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →