ομογενοποιώ
•
- κάνω κάτι ομογενές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομογενοποιώ < ομογενής -ο- + ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική homogénéiser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ομογενοποιώ | ομογενοποιείς | ομογενοποιεί | ομογενοποιούμε | ομογενοποιείτε | ομογενοποιούν / ομογενοποιούνε |
| Παρατατικός | ομογενοποιούσα | ομογενοποιούσες | ομογενοποιούσε | ομογενοποιούσαμε | ομογενοποιούσατε | ομογενοποιούσαν / ομογενοποιούσανε |
| Αόριστος | ομογενοποίησα | ομογενοποίησες | ομογενοποίησε | ομογενοποιήσαμε | ομογενοποιήσατε | ομογενοποίησαν / ομογενοποιήσαν / ομογενοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ομογενοποιήσω / θα ομογενοποιώ | θα ομογενοποιήσεις / θα ομογενοποιείς | θα ομογενοποιήσει / θα ομογενοποιεί | θα ομογενοποιήσουμε / θα ομογενοποιούμε | θα ομογενοποιήσετε / θα ομογενοποιείτε | θα ομογενοποιήσουν / θα ομογενοποιήσουνε / θα ομογενοποιούν / θα ομογενοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ομογενοποιήσει | έχεις ομογενοποιήσει | έχει ομογενοποιήσει | έχουμε ομογενοποιήσει | έχετε ομογενοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ομογενοποιήσει | είχες ομογενοποιήσει | είχε ομογενοποιήσει | είχαμε ομογενοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσω / να ομογενοποιώ | να έχεις ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσεις / να ομογενοποιείς | να έχει ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσει / να ομογενοποιεί | να έχουμε ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσουμε / να ομογενοποιούμε | να έχετε ομογενοποιήσει / να ομογενοποιήσετε / να ομογενοποιείτε | να ομογενοποιήσουν / να ομογενοποιήσουνε / να ομογενοποιούν / να ομογενοποιούνε |
| Προστακτική | — | ομογενοποίει / ομογενοποίησε | — | — | ομογενοποιήστε / ομογενοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →