ομοζυγία
•
- αρχαιοπρεπέςη σύζευξη βοδιών ή άλλων ζώων στον ίδιο ζυγό Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςη συζυγία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοζυγία < ελληνιστική κοινή ὁμοζυγία < ὁμόζυγος < αρχαία ελληνική ὁμοῦ + ζυγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοζυγία | ομοζυγίες |
| Γενική | ομοζυγίας | ομοζυγιών |
| Αιτιατική | ομοζυγία | ομοζυγίες |
| Κλητική | ομοζυγία | ομοζυγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →