ομόθυμος
•
- λόγιοπου έχει ομοθυμία σε σχέση με κάποιον ή κάποιους άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομόθυμος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὁμοῦ + θυμός < πρωτοελληνική tʰūmós (καπνός, αναπνοή, ψυχή) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰuh₂mós (καπνός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόθυμος | ομόθυμη | ομόθυμο |
| Γενική | ομόθυμου | ομόθυμης | ομόθυμου |
| Αιτιατική | ομόθυμο | ομόθυμη | ομόθυμο |
| Κλητική | ομόθυμε | ομόθυμη | ομόθυμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόθυμοι | ομόθυμες | ομόθυμα |
| Γενική | ομόθυμων | ομόθυμων | ομόθυμων |
| Αιτιατική | ομόθυμους | ομόθυμες | ομόθυμα |
| Κλητική | ομόθυμοι | ομόθυμες | ομόθυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →