οξυθυμία
•
- λόγιοη ιδιότητα του οξύθυμου, το να είναι κάποιος οξύθυμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξυθυμία < αρχαία ελληνική ὀξυθυμία < ὀξύθυμος < ὀξύς + θυμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οξυθυμία | οξυθυμίες |
| Γενική | οξυθυμίας | οξυθυμιών |
| Αιτιατική | οξυθυμία | οξυθυμίες |
| Κλητική | οξυθυμία | οξυθυμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →