Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οξύς

/oˈksis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που στην άκρη του είναι μυτερός Βικιλεξικό
  2. που η έντασή του είναι μεγάλη (όπως για ήχο, γεύση, ασθένεια, χαρακτήρας) Βικιλεξικό
    • Οξεία φωνή συγκλόνισε ξαφνικά τους επιβάτες του τραμ. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)
    • Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
  3. πικρόχολος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οξύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀξύς (μυτερός, οξύς στη γεύση, ξινός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοξύςοξείαοξύ
Γενικήοξέος / οξύοξείαςοξέος
Αιτιατικήοξύοξείαοξύ
Κλητικήοξύοξείαοξύ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοξείςοξείεςοξέα
Γενικήοξέωνοξειώνοξέων
Αιτιατικήοξείςοξείεςοξέα
Κλητικήοξείςοξείεςοξέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →