οργάνωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οργανώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργάνωση < ελληνιστική κοινή ὀργάνωσις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική organisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οργάνωση | οργανώσεις |
| Γενική | οργάνωσης | οργανώσεων |
| Αιτιατική | οργάνωση | οργανώσεις |
| Κλητική | οργάνωση | οργανώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →