Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οργασμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον οργασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οργασμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: orgasmique + -ικός < ελληνιστική κοινή ὀργασμός < αρχαία ελληνική ὀργάω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργασμικόςοργασμικήοργασμικό
Γενικήοργασμικούοργασμικήςοργασμικού
Αιτιατικήοργασμικόοργασμικήοργασμικό
Κλητικήοργασμικέοργασμικήοργασμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργασμικοίοργασμικέςοργασμικά
Γενικήοργασμικώνοργασμικώνοργασμικών
Αιτιατικήοργασμικούςοργασμικέςοργασμικά
Κλητικήοργασμικοίοργασμικέςοργασμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →