ορθολογισμός
•
- φιλοσοφίαη θεωρία, κατά την οποία η βάση της γνώσης είναι η λογική, ο ορθός λόγος και όχι ο μυστικισμός, η επιθυμία και το συναίσθημα Βικιλεξικό
- η στάση, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις μας και η λύση των προβλημάτων μας πρέπει να βασίζονται στη λογική. Βικιλεξικό
- Έτσι ας συστηματοποιήσουμε εννοιακά τα νέα στοιχεία του καπιταλιστικού μορφώματος, που είναι η διαμόρφωση ενός πνεύματος τεχνολογισμού και ορθολογισμού μεθοδολογικής και φιλοσοφικής απολυτότητας, θεσμικά - πολιτικά, κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, που ονομάστηκε κακώς δημοκρατία. (Κώστας Καλοκαιρινός, Πρόταση ιστορικής ανάλυσης της σύγχρονης πολιτισμικά κατάστασης, εφημ. Αυγή, 3/07/2013 https://www.avgi.gr/politiki/58464_protasi-istorikis-analysis-tis-syghronis-politismika-katastasis?amp)
Ετυμολογία
ορθολογισμός < ορθός λόγος + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθολογισμός | ορθολογισμοί |
| Γενική | ορθολογισμού | ορθολογισμών |
| Αιτιατική | ορθολογισμό | ορθολογισμούς |
| Κλητική | ορθολογισμέ | ορθολογισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →