ορθοστάτης
•
- στύλος ή άλλο αντικείμενο παρόμοιου σχήματος που τοποθετείται καθέτως και στηρίζει ή στερεώνει κάτι, όπως μια σκηνή για κάμπινγκ ή τα ράφια μιας βιβλιοθήκης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθοστάτης < αρχαία ελληνική ὀρθοστάτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθοστάτης | ορθοστάτες |
| Γενική | ορθοστάτη | ορθοστατών |
| Αιτιατική | ορθοστάτη | ορθοστάτες |
| Κλητική | ορθοστάτη | ορθοστάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →