ορθοστασία
•
- το να στέκεται κάποιος όρθιος (για αρκετή ώρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθοστασία < ορθο- + -στασία (ίσως (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική orthostatisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθοστασία | ορθοστασίες |
| Γενική | ορθοστασίας | ορθοστασιών |
| Αιτιατική | ορθοστασία | ορθοστασίες |
| Κλητική | ορθοστασία | ορθοστασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →