ορκοδοσία
•
- λόγιοη παροχή όρκου, το δόσιμο όρκου σε δικαστήριο ή άλλη αρχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορκοδοσία < όρκος + -ο- + -δοσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορκοδοσία | ορκοδοσίες |
| Γενική | ορκοδοσίας | ορκοδοσιών |
| Αιτιατική | ορκοδοσία | ορκοδοσίες |
| Κλητική | ορκοδοσία | ορκοδοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →