ουδετερότητα
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος ή κάτι ουδέτερο(ς), η ιδιότητα του ουδέτερου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουδετερότητα < ουδέτερος + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική neutralité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουδετερότητα | ουδετερότητες |
| Γενική | ουδετερότητας | ουδετεροτήτων |
| Αιτιατική | ουδετερότητα | ουδετερότητες |
| Κλητική | ουδετερότητα | ουδετερότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →