ουζάδικο
•
- κατάστημα στο οποίο σερβίρεται ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά με μεζέ Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηταβέρνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουζάδικο < ούζ(ο) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουζάδικο | ουζάδικα |
| Γενική | ουζάδικου | ουζάδικων |
| Αιτιατική | ουζάδικο | ουζάδικα |
| Κλητική | ουζάδικο | ουζάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →