ουζερί
•
- κατάστημα στο οποίο σερβίρεται ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά με μεζέ Βικιλεξικό
- Είχε τη μοναδική ικανότητα να οσμίζεται τα καλύτερα κουτούκια, τα καλύτερα ουζερί. (*)
- κατ’ επέκτασηταβέρνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουζερί < ούζ(ο) + -ερί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →