ουζοπότης
•
- κάποιος που επιδίδεται σε ουζοποσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουζοπότης < ούζο + -ο- + πότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουζοπότης | ουζοπότες |
| Γενική | ουζοπότη | ουζοποτών |
| Αιτιατική | ουζοπότη | ουζοπότες |
| Κλητική | ουζοπότη | ουζοπότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →