ουρία
•
- χημείααζωτούχος κρυσταλλική ανθρακική ουσία που περιέχεται στα ούρα (και αλλού: αίμα, χολή κ.λπ.), αλλά χρησιμοποιείται και στην παρασκευή λιπασμάτων κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουρία < (άμεσο δάνειο) γαλλική urée < urine < λατινική urina < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂wers- (βρέχω, στάζω) ::(μαρτυρείται από το 1849)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουρία | ουρίες |
| Γενική | ουρίας | ουριών |
| Αιτιατική | ουρία | ουρίες |
| Κλητική | ουρία | ουρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →