ουροδόχος
•
- που δέχεται τα ούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουροδόχος < ελληνιστική κοινή οὐροδόχος < αρχαία ελληνική οὖρον + -δόχος (< δέχομαι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουροδόχος | ουροδόχος | ουροδόχο |
| Γενική | ουροδόχου | — | ουροδόχου |
| Αιτιατική | ουροδόχο | — | ουροδόχο |
| Κλητική | ουροδόχε | — | ουροδόχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουροδόχοι | — | ουροδόχα |
| Γενική | ουροδόχων | — | ουροδόχων |
| Αιτιατική | ουροδόχους | — | ουροδόχα |
| Κλητική | ουροδόχοι | — | ουροδόχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →