ουσιαστικοποιημένος
•
- γραμματικήγια οποιοδήποτε μέρος του λόγου έχει μετατραπεί σε ουσιαστικό Βικιλεξικό
- παραδειγματα
Ετυμολογία
ουσιαστικοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ουσιαστικοποιώ. Μορφολογικά αναλύεται σε ουσιαστικο- + ποιημένος < ποιώ.
Άλλοι τύποι
ουσιαστικοποιημέναουσιαστικοποιημένεουσιαστικοποιημένεςουσιαστικοποιημένηουσιαστικοποιημένηςουσιαστικοποιημένοουσιαστικοποιημένοιουσιαστικοποιημένοςουσιαστικοποιημένουουσιαστικοποιημένουςουσιαστικοποιημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →