ουσιαστικοποιώ
•
- γραμματικήμετατρέπω κάποιο μέρος λόγου σε ουσιαστικό Βικιλεξικό
- Η λέξη «χημικός» είναι επίθετο στη φράση «χημικός τύπος», αλλά ουσιαστικοποιήθηκε στον όρο «η χημικός» (η καθηγήτρια χημείας).
- περισσότερα στο ουσιαστικοποιημένος
- γενικότεραπροσδίδω σε κάτι ουσιαστική σημασία ή χαρακτήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουσιαστικοποιώ < ουσιαστικο(ποίηση) + -ποιώ (αναδρομικός σχηματισμός)
Άλλοι τύποι
ουσιαστικοποίησαουσιαστικοποιήθηκαουσιαστικοποιημένοςουσιαστικοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →