ουσιαστικοποίηση
•
- γραμματικήη διαδικασία κατά την οποία μετατρέπεται σε ουσιαστικό ένα άλλος μέρος του λόγου (όπως επίθετο, μετοχή, απαρέμφατο) Βικιλεξικό
- Η ουσιαστικοποίηση του απαρέφατου "φαγεῖν" στη μεσαιωνική λέξη "το φαγίν" μείωσε σημαντικά, αλλά δεν εξαφάνισε αυτομάτως, την απαρεμφατική χρήση της ομόηχης λεξης.
- περισσότερα στο ουσιαστικοποιημένος
Ετυμολογία
ουσιαστικοποίηση < ουσιαστικ(ό) + -ο- + -ποίηση, απόδοση για τη γαλλική substantivation ή τη γερμανική Substantivierung
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουσιαστικοποίηση | ουσιαστικοποιήσεις |
| Γενική | ουσιαστικοποίησης | ουσιαστικοποιήσεων |
| Αιτιατική | ουσιαστικοποίηση | ουσιαστικοποιήσεις |
| Κλητική | ουσιαστικοποίηση | ουσιαστικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →