Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οφθαλμικός

/o.fθal.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα μάτια, αναφέρται σ’ αυτά ή ανήκει σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

οφθαλμικός < (ελληνιστική κοινή) ὀφθαλμικός < αρχαία ελληνική ὀφθαλμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοφθαλμικόςοφθαλμικήοφθαλμικό
Γενικήοφθαλμικούοφθαλμικήςοφθαλμικού
Αιτιατικήοφθαλμικόοφθαλμικήοφθαλμικό
Κλητικήοφθαλμικέοφθαλμικήοφθαλμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοφθαλμικοίοφθαλμικέςοφθαλμικά
Γενικήοφθαλμικώνοφθαλμικώνοφθαλμικών
Αιτιατικήοφθαλμικούςοφθαλμικέςοφθαλμικά
Κλητικήοφθαλμικοίοφθαλμικέςοφθαλμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →