Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οχλοκρατία

/o.xlo.kɾaˈti.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήη πολιτική κατάσταση κατά την οποία η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του όχλου, των μαζών, διαλύοντας έτσι τη δημοκρατία Βικιλεξικό
  2. πολιτικήο Αριστοτέλης θεωρεί την οχλοκρατία ως παρέκβαση του δημοκρατικού πολιτεύματος (Αριστοτέλης, Πολιτικά, Γʹ, 1279a—1279b) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οχλοκρατία < ελληνιστική κοινή ὀχλοκρατία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ochlocratie ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ochlocracy)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοχλοκρατίαοχλοκρατίες
Γενικήοχλοκρατίαςοχλοκρατιών
Αιτιατικήοχλοκρατίαοχλοκρατίες
Κλητικήοχλοκρατίαοχλοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →