Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ούλος

/ˈu.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόόλος Βικιλεξικό
    • Πάλε τις φούχτες έκρουε ο Γιάννης ο Μπαρδέλιας ο βαρκάρης, πάλε μεθυσμένος ήταν, πάλε ούλα δικά του. Αυτός πλερώνει.

Ετυμολογία

ούλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική οὗλος ή οὕλος < κληρονομημένο από την ιωνική διάλεκτο οὖλος : Εναλλακτικά, κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ὅλος με ανύψωση /o/ > [u] υπό την επίδραση του υγρού λάμδα.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήούλοςούληούλο
Γενικήούλουούληςούλου
Αιτιατικήούλοούληούλο
Κλητικήούλεούληούλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήούλοιούλεςούλα
Γενικήούλωνούλωνούλων
Αιτιατικήούλουςούλεςούλα
Κλητικήούλοιούλεςούλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →