παπυρολόγος
•
- επάγγελμαιστορικός που μελετά αρχαία κείμενα γραμμένα σε παπύρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπυρολόγος < πάπυρ(ος) + -ο- + -λόγος, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική papyrologue (< papyrologie) < αρχαία ελληνική πάπυρος + λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπυρολόγος | παπυρολόγοι |
| Γενική | παπυρολόγου | παπυρολόγων |
| Αιτιατική | παπυρολόγο | παπυρολόγους |
| Κλητική | παπυρολόγε | παπυρολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →