Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάρωρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου δεν είναι ή δεν συμβαίνει στην κανονική του ώρα, ο άκαιρος Βικιλεξικό
    • Ἡ τῶν φύλλων πάρωρος κατάπτωσις προέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν μεγάλην καὶ διαρκή ξηρασίαν, καὶ θεραπεύεται διὰ τῶν ποτισμάτων. (Σπυρίδων Α. Χωματιανός, Γεωπονικά: κηπουρική, αμπελουργία και καλλιέργεια ελαίας, 1848, σελ. 149)
    • Μέσα από τούς λίγους ... στίχους του δίνεται τό τοπίο, ή δράση, τά πρόσωπα καί ὁ λόγος μέ συμβολικά, μαγικά, λογοτεχνικά στοιχεῖα μέσα ἀπ' τὰ ὁποῖα ἀναδύεται μία ἱερή τελετουργική γονιμική ατμόσφαιρα καί μυητική δράση: ὁ ἱερός τόπος (πυκνή ὑδροχαρής βλάστηση, χτισμένη πηγή, ἱερός οἶκος γυναικείας θεότητας)· ή πάρωρη, ἄφωνη ὥρα (μεσημέρι ἤ χαράματα, ἄν κρίνουμε ἀπό τήν αναφορά τοῦ φαγητοῦ καί τό γεγονός ὅτι τά μεσάνυχτα τοποθετούνται σε παρελθόντα χρόνο) ... (Το νερό πηγή ζωής, κίνησης, καθαρμού, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης. Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, 1999, σελ. 62 http://archive.eclass.uth.gr/eclass/modules/document/file.php/SEAD290/%CE%9A%CE%95%CE%99%CE%9C%CE%95%CE%9D%CE%91%20%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%94%CE%99%CE%91%CE%92%CE%91%CE%A3%CE%9C%CE%91/Nero%20pigi%20Zwis.pdf)

Ετυμολογία

πάρωρος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πάρωρος → δείτε ὥρα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάρωροςπάρωρηπάρωρο
Γενικήπάρωρουπάρωρηςπάρωρου
Αιτιατικήπάρωροπάρωρηπάρωρο
Κλητικήπάρωρεπάρωρηπάρωρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάρωροιπάρωρεςπάρωρα
Γενικήπάρωρωνπάρωρωνπάρωρων
Αιτιατικήπάρωρουςπάρωρεςπάρωρα
Κλητικήπάρωροιπάρωρεςπάρωρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →