Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πέτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το δέρμα, η επιδερμίδα Βικιλεξικό
    • Ο Δίας είχε μόλις φάει γουρνοπούλα με την πέτσα την ξεροψημένη και του' χε σφηνώσει η μισή στα δόντια (Αύγουστος Κορτώ, Νεοελληνική Μυθολογία, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. η κρούστα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πέτσα < μεσαιωνική ελληνική πέτσα < ιταλική pezza < δημώδης λατινική *pettia / *pettium < υστερολατινική pettia < γαλατική *pettyā < πρωτοκελτική *kʷezdis (κομμάτι, τμήμα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπέτσαπέτσες
Γενικήπέτσαςπετσών
Αιτιατικήπέτσαπέτσες
Κλητικήπέτσαπέτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →