πετσέτα
•
- κομματάκι υφάσματος, για προστασία από λέρωμα, σε γεύμα Βικιλεξικό
- ορθογώνιο ή τετράγωνο απορροφητικό ύφασμα, με το οποίο σκουπίζουμε το σώμα μας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετσέτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πετσέτα < ιταλική pezzetta, υποκοριστικό του pezza (κομμάτι από πανί) + -etta < δημώδης λατινική *pettia / *pettium < υστερολατινική pettia < γαλατική *pettyā < πρωτοκελτική *kʷezdis (κομμάτι, τμήμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πετσέτα | πετσέτες |
| Γενική | πετσέτας | πετσετών |
| Αιτιατική | πετσέτα | πετσέτες |
| Κλητική | πετσέτα | πετσέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →