πήδημα
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πηδάω Βικιλεξικό
- η μεταφορά από ένα σημείο σε άλλο παρακάμπτοντας κάποιο εμπόδιο Βικιλεξικό
- η εκτίναξη και επαναφορά στο έδαφος, στο ίδιο ή σε άλλο σημείο Βικιλεξικό
- αργκόη συνουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πήδημα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πήδημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πήδημα | πηδήματα |
| Γενική | πηδήματος | πηδημάτων |
| Αιτιατική | πήδημα | πηδήματα |
| Κλητική | πήδημα | πηδήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →