πήζω
•
- μεταβατικόμετατρέπω από υγρό σε, μαλακό συνήθως, στερεό Βικιλεξικό
- μεταφορικάκουράζω υπερβολικά Βικιλεξικό
- αμετάβατομετατρέπομαι από υγρό σε, μαλακό συνήθως, στερεό Βικιλεξικό
- αντίθετα με τη κοινή αντίληψη το γιαούρτι δεν πήζει όταν κάνει πολύ κρύο
- μεταφορικάασφυκτιώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάγεμίζω ασφυκτικά (σαν να μετατρέπομαι σε στερεό) Βικιλεξικό
- έπηξε το δωμάτιο από τα βιβλία
Ετυμολογία
πήζω < ελληνιστική πήσσω (αόριστος έπηξα) < αρχαία ελληνική πήγνυμι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →