πίεση
•
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιέζω Βικιλεξικό
- οικονομική πίεση
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιέζω Βικιλεξικό
- ψυχολογική πίεση
- ιατρικήη δύναμη με την οποία το αίμα πιέζει το τοίχωμα των φλεβών ή αρτηριών, όπου ρέει Βικιλεξικό
- φυσικήτο πηλίκο των δυνάμεων που δρουν κάθετα και οιμοιόμορφα σε μία επιφάνεια διά το εμβαδόν της επιφάνειας αυτής Βικιλεξικό
- διεθνές σύμβολο: λατινικό P
- Η μικροσκόπηση έγινε με μικροσκόπιο φθορισμού προσπίπτουσας ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε λυχνία Hg 50 W υπερυψηλής πίεσης με μπλε φίλτρο για παραγωγή ακτινοβολίας διέγερσης μήκους κύματος 390-490nm και αρχική μεγέθυνση 400χ
Ετυμολογία
πίεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πίε(σις) + -ση < πιέζω :* για επιστημονικούς όρους: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pression
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πίεση | πιέσεις |
| Γενική | πίεσης | πιέσεων |
| Αιτιατική | πίεση | πιέσεις |
| Κλητική | πίεση | πιέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →