Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παζαρίσιος

/pa.zaˈɾi.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου έχει σχέση με το παζάρι, αναφέρεται σ’ αυτό, πωλείται σ’ αυτό ή ταιριάζει σ’ αυτό και τη γενικότερη αισθητική του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παζαρίσιος < παζάρ(ι) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαζαρίσιοςπαζαρίσιαπαζαρίσιο
Γενικήπαζαρίσιουπαζαρίσιαςπαζαρίσιου
Αιτιατικήπαζαρίσιοπαζαρίσιαπαζαρίσιο
Κλητικήπαζαρίσιεπαζαρίσιαπαζαρίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαζαρίσιοιπαζαρίσιεςπαζαρίσια
Γενικήπαζαρίσιωνπαζαρίσιωνπαζαρίσιων
Αιτιατικήπαζαρίσιουςπαζαρίσιεςπαζαρίσια
Κλητικήπαζαρίσιοιπαζαρίσιεςπαζαρίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →