παζαρίσιος
•
- λαϊκότροποπου έχει σχέση με το παζάρι, αναφέρεται σ’ αυτό, πωλείται σ’ αυτό ή ταιριάζει σ’ αυτό και τη γενικότερη αισθητική του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παζαρίσιος < παζάρ(ι) + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παζαρίσιος | παζαρίσια | παζαρίσιο |
| Γενική | παζαρίσιου | παζαρίσιας | παζαρίσιου |
| Αιτιατική | παζαρίσιο | παζαρίσια | παζαρίσιο |
| Κλητική | παζαρίσιε | παζαρίσια | παζαρίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παζαρίσιοι | παζαρίσιες | παζαρίσια |
| Γενική | παζαρίσιων | παζαρίσιων | παζαρίσιων |
| Αιτιατική | παζαρίσιους | παζαρίσιες | παζαρίσια |
| Κλητική | παζαρίσιοι | παζαρίσιες | παζαρίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →