Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παθοφυσιολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η φυσιοπαθολογία, η λειτουργία του οργανισμού όταν προσβάλλεται από κάποια νόσο, η παθολογική φυσιολογία Βικιλεξικό
  2. η μελέτη και έρευνα των αλλαγών που παρατηρούνται στον οργανισμό όταν αυτός προσβάλλεται από κάποια νόσο ή όταν γενικά παρουσιάζει κάποια διαταραχή η φυσιολογική λειτουργία του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παθοφυσιολογία < πάθ(ος) + -ο- φυσιολογία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαθοφυσιολογίαπαθοφυσιολογίες
Γενικήπαθοφυσιολογίαςπαθοφυσιολογιών
Αιτιατικήπαθοφυσιολογίαπαθοφυσιολογίες
Κλητικήπαθοφυσιολογίαπαθοφυσιολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →