φυσιοπαθολογία
•
- η παθοφυσιολογία, η λειτουργία του οργανισμού όταν προσβάλλεται από κάποια νόσο, η παθολογική φυσιολογία Βικιλεξικό
- η μελέτη και έρευνα των αλλαγών που παρατηρούνται στον οργανισμό όταν αυτός προσβάλλεται από κάποια νόσο ή όταν γενικά παρουσιάζει κάποια διαταραχή η φυσιολογική λειτουργία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυσιοπαθολογία < φυσιο- + παθολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυσιοπαθολογία | φυσιοπαθολογίες |
| Γενική | φυσιοπαθολογίας | φυσιοπαθολογιών |
| Αιτιατική | φυσιοπαθολογία | φυσιοπαθολογίες |
| Κλητική | φυσιοπαθολογία | φυσιοπαθολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →