Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιδευτικός

/pe.ðe.ftiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την παιδεία και την αγωγή των παιδιών Βικιλεξικό
    • αμφισβητείται από πολλούς η παιδευτική αξία της τιμωρίας

Ετυμολογία

παιδευτικός < αρχαία ελληνική

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιδευτικόςπαιδευτικήπαιδευτικό
Γενικήπαιδευτικούπαιδευτικήςπαιδευτικού
Αιτιατικήπαιδευτικόπαιδευτικήπαιδευτικό
Κλητικήπαιδευτικέπαιδευτικήπαιδευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιδευτικοίπαιδευτικέςπαιδευτικά
Γενικήπαιδευτικώνπαιδευτικώνπαιδευτικών
Αιτιατικήπαιδευτικούςπαιδευτικέςπαιδευτικά
Κλητικήπαιδευτικοίπαιδευτικέςπαιδευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →