Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πακτώνω

ρήμα
•
  1. στερεώνω, ακινητοποιώ κάτι που είναι μπηγμένο στο έδαφος ή στον τοίχο ή σε άλλο αντικείμενο Βικιλεξικό
    • Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Νακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)
  2. μπήγω κάτι στο έδαφος, για να σταθεροποιηθεί Βικιλεξικό
  3. εκμισθώνω αγρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πακτώνω < μεσαιωνική ελληνική πακτώνω < πάκτον + -ώνω < λατινική pactum < paciscor < pax < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂ǵ- # πακτώνω < αρχαία ελληνική πακτόω / πακτῶ < πακτός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπακτώνωπακτώνειςπακτώνειπακτώνουμεπακτώνετεπακτώνουν / πακτώνουνε
Παρατατικόςπάκτωναπάκτωνεςπάκτωνεπακτώναμεπακτώνατεπάκτωναν / πακτώναν / πακτώνανε
Αόριστοςπάκτωσαπάκτωσεςπάκτωσεπακτώσαμεπακτώσατεπάκτωσαν / πακτώσαν / πακτώσανε
Μέλλονταςθα πακτώνω / θα πακτώσωθα πακτώνεις / θα πακτώσειςθα πακτώνει / θα πακτώσειθα πακτώνουμε / θα πακτώσουμεθα πακτώνετε / θα πακτώσετεθα πακτώνουν / θα πακτώνουνε / θα πακτώσουν / θα πακτώσουνε
Παρακείμενοςέχω πακτώσειέχεις πακτώσειέχει πακτώσειέχουμε πακτώσειέχετε πακτώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πακτώσειείχες πακτώσειείχε πακτώσειείχαμε πακτώσει——
Υποτακτικήνα έχω πακτώσει / να πακτώνω / να πακτώσωνα έχεις πακτώσει / να πακτώνεις / να πακτώσειςνα έχει πακτώσει / να πακτώνει / να πακτώσεινα έχουμε πακτώσει / να πακτώνουμε / να πακτώσουμενα έχετε πακτώσει / να πακτώνετε / να πακτώσετενα πακτώνουν / να πακτώνουνε / να πακτώσουν / να πακτώσουνε
Προστακτική—πάκτωνε / πάκτωσε——πακτώνετε / πακτώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →