παλαιοημερολογίτης
•
- αυτός που ακολουθεί το παλαιό (Ιουλιανό ημερολόγιο) όσον αφορά τις θρησκευτικές εορτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλαιοημερολογίτης < παλαιο- + ἡμερολόγ(ιον) + -ίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλαιοημερολογίτης | παλαιοημερολογίτες |
| Γενική | παλαιοημερολογίτη | παλαιοημερολογιτών |
| Αιτιατική | παλαιοημερολογίτη | παλαιοημερολογίτες |
| Κλητική | παλαιοημερολογίτη | παλαιοημερολογίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →