Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοημερολογίτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που ακολουθεί το νέο ημερολόγιο (Γρηγοριανό ημερολόγιο) όσον αφορά τις θρησκευτικές εορτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεοημερολογίτης < νεο- + ημερολόγ(ιο) + -ίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεοημερολογίτηςνεοημερολογίτες
Γενικήνεοημερολογίτηνεοημερολογιτών
Αιτιατικήνεοημερολογίτηνεοημερολογίτες
Κλητικήνεοημερολογίτηνεοημερολογίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →